Αποτελέσματα Έργου

Το έργο PROSODOL βρίσκεται ήδη στον τρίτο χρόνο της διάρκειάς του. Από την εκτέλεση των δράσεων έχουν προκύψει έως σήμερα σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά την εκτίμηση της ποιότητας του εδάφους και πως επηρεάζεται από τη διάθεση αποβλήτων ελαιοτριβείων, αλλά και στην ανάπτυξη μεθόδων προστασίας του εδάφους και των υδάτων και την επεξεργασία των αποβλήτων πριν τη διάθεσή του με περιβαλλοντικά φιλικούς και ιδιαίτερα οικονομικούς τρόπους.

Τα δύο πρώτα χρόνια του έργου, 2009 και 2010, συλλέχθηκαν εδαφικά δείγματα  από όλες τις περιοχές όπου υπάρχουν ή υπήρχαν δεξαμενές εξάτμισης, σε απόσταση έως και 105 μέτρα από αυτές και σε διαφορετικά βάθη (από 0 έως 175 εκ.) σε ένα από τα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Ρεθύμνου (στα όρια του πρώην Δήμου Νικηφόρου Φωκά).

Από τις αναλύσεις προέκυψε ότι τα εδάφη της περιοχής είναι ελαφρά έως μέτρια αλκαλικά (pH μεταξύ 7,3 και 8,3), κυρίως αργιλώδη με πολύ μεγάλη περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο (50-60%). Τα χαρακτηριστικά αυτά θεωρούνται ευνοϊκά και γενικά προστατεύουν τα συστήματα από μεγάλες αρνητικές επιπτώσεις καθώς οι σχετικά υψηλές τιμές pH και η μεγάλη περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο εξουδετερώνουν την ισχυρή οξύτητα των αποβλήτων. Επιπλέον, το ανθρακικό ασβέστιο δεσμεύει και αδρανοποιεί τα φωσφορικά ιόντα ελαττώνοντας με τον τρόπο αυτό πιθανά φαινόμενα ευτροφισμού από τα οποία κινδυνεύουν γειτονικά υδατικά συστήματα.

 

Ποιοτική κατάσταση Εδάφους

Στα όρια της περιοχής μελέτης,όπου υπάρχουν 3 ενεργά και 2 ανενεργά τριφασικά ελαιουργεία, πραγματοποιήθηκαν έξι δειγματοληψίες εδαφών (κάθε δύο μήνες) και συλλέχθηκαν και Διάθεση αποβλήτων στο έδαφοςΔιάθεση αποβλήτων στο έδαφοςαναλύθηκαν περισσότερα από 500 εδαφικά δείγματα. Τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών έδειξαν σημαντική επιβάρυνση των εδαφών κυρίως από πολυφαινολικές ενώσεις, φώσφορο, κάλιο, μαγνήσιο, σίδηρο, ψευδάργυρο, χαλκό, ενώ μετρήθηκαν ιδιαίτερα αυξημένες τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας, αζώτου, βορίου, θειικών, νιτρικών και χλωριόντων. Η οργανική ουσία βρέθηκε αυξημένη σε περιοχές όπου λαμβάνει χώρα επιφανειακή διάθεση αποβλήτων και όχι για όσες περιοχές η διάθεση γίνεται αποκλειστικά μέσα στις δεξαμενές.

Πιο συγκεκριμένα :

  • Οι τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας μετρήθηκαν αυξημένες σε σχέση με το έδαφος-μάρτυρα (έδαφος που δεν δέχεται απόβλητα). Στις περισσότερες περιπτώσεις οι τιμές της Ηλεκτρικής Αγωγιμότητας κυμαίνονταν από 0,70 έως και 1,90mS/cm, όμως στα εδάφη τα οποία δέχονται απ’ευθείας διάθεση αποβλήτων οι τιμές αυτές ξεπερνούν κατά πολύ το όριο της αλατότητας των 4mS/cm και φτάνουν έως και 6mS/cm. Ιδιαίτερα τα εδάφη τα οποία συλλέχθηκαν μέσα από τις δεξαμενές των αποβλήτων χαρακτηρίζονται από τιμές Ηλεκτρικής Αγωγιμότητας οι οποίες φτάνουν και τα 12mS/cm. Η κατάσταση αυτή φαίνεται να βελτιώνεται μετά τη διακοπή της διάθεσης των αποβλήτων μέσα στις δεξαμενές, καθώς βρέθηκε ότι η Ηλεκτρική Αγωγιμότητα του εδάφους σε ανενεργές δεξαμενές, παρόλο που παραμένει σε σχετικά υψηλές τιμές (λίγο μικρότερες των 2mS/cm), εντούτοις μειώνεται σημαντικά.
  • Ιδιαίτερα αυξημένες μετρήθηκαν και οι συγκεντρώσεις του διαθέσιμου φωσφόρου. Έτσι, ενώ η συγκέντρωση για το έδαφος-μάρτυρα ήταν μόλις 10mg/kg, στα σημεία επιφανειακής διάθεσης η συγκέντρωση κυμαίνονταν από 130 έως 350mg/kg ή και μεγαλύτερη. Για τα εδάφη μέσα στις δεξαμενές των αποβλήτων, ο φώσφορος μετρήθηκε σε συγκεντρώσεις έως και σχεδόν 700mg/kg. Η κατάσταση φαίνεται να βελτιώνεται μετά τη διακοπή της διάθεσης αποβλήτων, χωρίς πάντως να αποκαθίσταται ούτε μετά την παρέλευση περίπου 8 χρόνων από την τελευταία διάθεση, καθώς στις ανενεργές δεξαμενές μετρήθηκε φώσφορος σε συγκεντρώσεις κοντά στα 200mg/kg. Ο φώσφορος είναι ένα σημαντικό θρεπτικό στοιχείο ενώ η παρουσία του σε μεγάλες συγκεντρώσεις δεν θεωρείται ότι προκαλεί φυτοτοξικότητες. Παρ’ όλα αυτά μεγάλες συγκεντρώσεις ενώσεων φωσφόρου είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για τα γειτονικά επιφανειακά ύδατα, καθώς η κίνηση των φωσφορικών ενώσεων προς αυτά αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης φαινομένων ευτροφισμού. Ο φώσφορος απομακρύνεται δύσκολα από τα εδάφη, ενώ υπολογίζεται ότι υπερβολική ποσότητα φωσφόρου μπορεί να απαιτεί έως και 20 χρόνια για να ελαττωθεί στα φυσιολογικά επίπεδα.
  • Το ανταλλάξιμο Κάλιο φαίνεται ότι αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα υποβάθμισης του εδάφους στις περιοχές διάθεσης αποβλήτων ελαιοτριβείων. Οι συγκεντρώσεις του Καλίου που μετρήθηκαν ήταν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, πολύ υψηλότερα του ορίου της φυτοτοξικότητας, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση των τιμών της Ηλεκτρικής Αγωγιμότητας. Στις ανενεργές δεξαμενές οι τιμές του καλίου φαίνεται να μειώνονται αλλά εξακολουθούν να έχουν πολύ υψηλές τιμές, τοξικές για την ανάπτυξη φυτών, ενώ φυτοτοξικά φαινόμενα, οφειλόμενα όχι μόνον στο Κάλιο, επιμένουν στις ανενεργές περιοχές διάθεσης με αποτέλεσμα την απουσία βλάστησης ή την εμφάνιση υποτυπώδους χαμηλής βλάστησης.
  • Οι συγκεντρώσεις του αζώτου και της οργανικής ουσίας βρέθηκαν αυξημένες σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν σε σχέση με το έδαφος-μάρτυρα και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου τα απόβλητα διατίθενται απευθείας στο έδαφος, χωρίς όμως να θεωρούνται απαγορευτικές. Παρά το γεγονός ότι δε βρέθηκε σημαντική επιβάρυνση αζώτου, κυρίως επειδή τα απόβλητα των ελαιοτριβείων είναι σχετικά πτωχά σε άζωτο, παρ’ όλα αυτά θα πρέπει πάντα να συνυπολογίζεται ο κίνδυνος επιβάρυνσης των εδαφών με νιτρικά και αμμωνιακά ιόντα.
  • Ένα επίσης σημαντικό αποτέλεσμα των μέχρι τώρα αναλύσεων είναι ότι οι συγκεντρώσεις των διαθέσιμων μετάλλων σιδήρου, χαλκού, ψευδαργύρου και μαγγανίου (εκχύλιση με DTPA) αυξάνονται κατά πολύ στις περιοχές διάθεσης αποβλήτων. Ιδιαίτερα υψηλές τιμές μετρήθηκαν για τον διαθέσιμο Σίδηρο, ακόμα και 4-πλάσσιες του ορίου των 50mg/kg η οποία θεωρείται πάρα πολύ υψηλή για τα εδάφη. Ομοίως και οι συγκεντρώσεις του χαλκού και ψευδαργύρου ήταν ιδιαίτερα υψηλές, όχι πάντως σε τέτοιο μεγάλο βαθμό όπως του Σιδήρου. Οι συγκεντρώσεις αυτές φαίνεται να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου στις ανενεργές δεξαμενές, χωρίς πάντως να επιστρέφουν στα φυσιολογικά επίπεδα.
  • Σημαντικός παράγοντας ρύπανσης για τα εδάφη και τα υδατικά συστήματα των περιοχών διάθεσης είναι οι πολυφαινολικές ενώσεις κι αυτό εξαιτίας της τοξικότητάς τους στην πανίδα και στη χλωρίδα των οικοσυστημάτων. Σε όλες τις περιοχές που μελετήθηκαν οι συγκεντρώσεις των πολυφαινολικών ενώσεων στα ανώτερα εδαφικά στρώματα ήταν μεγαλύτερες κατά 1,5 έως και 5 φορές από τη συγκέντρωση του εδάφους-μάρτυρα, ενώ η συγκέντρωσή τους παραμένει υψηλή ακόμα και μετά από 8 χρόνια από την τελευταία διάθεση αποβλήτων.

Συμπερασματικά :

  • Τα εδάφη τα οποία δέχονται απευθείας απόβλητα ελαιοτριβείων χωρίς προ-επεξεργασία χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα επιβαρυμένα από πολυφαινόλες αλλά και από ανόργανα συστατικά, χαρακτηριστικά του κατσίγαρου (Κάλιο, Μαγνήσιο, Φώσφορος, Άζωτο, Σίδηρος, Χαλκός, Ψευδάργυρος, κα.). Οι συγκεντρώσεις αυτών των στοιχείων στο έδαφος μετρήθηκαν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, μεγαλύτερες από τα όρια της φυτοτοξικότητας.
  • Η υποβάθμιση των εδαφών φαίνεται ότι δεν αντιστρέφεται εύκολα, καθώς οι συγκεντρώσεις των παραπάνω συστατικών παραμένουν πολύ υψηλές και σε ανενεργές περιοχές διάθεσης αποβλήτων, οι οποίες έχουν κλείσει πριν 6-8 χρόνια.

 

Ποιότητα Υδάτων

Στην περιοχή μελέτης του έργου και σε ακτίνα περίπου 10 km από τις εξατμισοδεξαμενές συλλέγονται δείγματα νερών από πηγές, ρυάκια, ρέματα, σωλήνες άρδευσης καθώς και πηγάδια που δεν χρησιμοποιούνται πλέον για άντληση πόσιμου νερού ή άρδευση. Οι δειγματοληψίες είναι σε εξέλιξη από τον Μάιο 2009, λαμβάνουν χώρα κάθε δύο μήνες και θα διαρκέσουν μέχρι το τέλος του έργου ώστε να προσδιοριστούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια οι πιθανές επιπτώσεις στα υδατικά συστήματα της διάθεσης υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείων σε εξατμισοδεξαμενές. Στα δείγματα που συλλέγονται προσδιορίζονται περισσότερες από δέκα χημικές παράμετροι.

Με βάση τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα (Μάρτιος 2011) τα δείγματα των νερών χαρακτηρίζονται γενικά από αρκετά καλή ποιότητα. Σε δείγματα που συλλέχθηκαν από ένα πηγάδι και δύο πηγές, σε απόσταση 1-2 km από εξατμισοδεξαμενές στα τέλη των ετών 2009 και 2010, προσδιορίστηκαν υψηλές συγκεντρώσεις φαινολών (2,5-5 mg/L). Οι συγκεντρώσεις των φαινολών ωστόσο τις υπόλοιπες περιόδους είναι σημαντικά χαμηλότερες και δεν ξεπερνούν το 1mg/L. Αναφέρεται ότι με βάση την Ευρωπαϊκή Κοινοτική Οδηγία 98/83/EC το ενδεικτικό αποδεκτό όριο συγκέντρωσης φαινολών στο πόσιμο νερό είναι 5 μg/L (μικρογραμμάρια στο λίτρο). Οι συγκεντρώσεις των υπολοίπων παραμέτρων βρίσκονται εντός των αποδεκτών ορίων, με κάποιες εξαιρέσεις κυρίως όσον αφορά στο Μαγγάνιο. Πρέπει να τονισθεί ότι το πόσιμο νερό της περιοχής είναι καθαρό και δεν έχει διαπιστωθεί χημική ρύπανση.

Προκειμένου να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η περιβαλλοντική πορεία των ρύπων από τις εξατμισοδεξαμενές και τις περιοχές διάθεσης (χωράφια) κατσίγαρου προς τα υδατικά συστήματα και να προσδιορισθεί η πιθανότητα ρύπανσης των υπόγειων νερών έγιναν στην περιοχή μελέτης 5 γεωτρήσεις τον Νοέμβριο του 2010 στις οποίες εγκαταστάθηκαν πιεζόμετρα. Τα μέχρι στιγμής αρχικά αποτελέσματα δείχνουν ικανοποιητική ποιότητα του νερού των πόρων. Ακριβέστερα συμπεράσματα θα είναι διαθέσιμα μέχρι το τέλος του 2011. Οι δειγματοληψίες αυτές θα διαρκέσουν μέχρι το τέλος του έργου (31/12/2012).

Η διάθεση των αποβλήτων σε εξατμισοδεξαμενές συνήθως λαμβάνει χώρα κάθε Νοέμβριο και στη συνέχεια απαιτείται κάποιο χρονικό διάστημα για την πιθανή μεταφορά των ρύπων σε κοντινά υδατικά συστήματα. Ο χρόνος μεταφοράς εξαρτάται από παράγοντες όπως ο όγκος των αποβλήτων που διατίθενται ετησίως, πιθανή υπερχείλιση των εξατμισοδεξαμενών, απευθείας διάθεση κατσίγαρου στο έδαφος, ύψος βροχής, γεωλογία και υδρογεωλογία της περιοχής διάθεσης.

Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα του έργου PROSODOL αποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος ρύπανσης των υπόγειων υδάτων της περιοχής μελέτης είναι μικρός λόγω κυρίως του τύπου του εδάφους, της παρουσίας ασβεστολίθων σε μικρό βάθος και του σχετικά μεγάλου βάθους του υδροφόρου ορίζοντα. Τα αργιλικά εδάφη χαρακτηρίζονται από μεγάλη προσροφητική ικανότητα με αποτέλεσμα να μπορούν να απομακρύνουν σημαντικά ποσοστά φαινολών και άλλων ρύπων που περιέχονται στα κατεισδύοντα υγρά απόβλητα. Συνεπώς η μετανάστευσή τους από την επιφάνεια προς βαθύτερα εδαφικά στρώματα ή ακόμη και προς τον υδροφόρο ορίζοντα είναι αρκετά αργή και υπάρχει επαρκής χρόνος για την αποδόμηση (καταστροφή) ή δέσμευση των ρύπων.

Ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία θεωρείται επίσης εξαιρετικά χαμηλός. Υψηλότερος κίνδυνος αναμένεται εάν οι άνθρωποι καταναλώνουν νερό από πηγάδια στα οποία έχει εντοπιστεί υψηλή συγκέντρωση φαινολών σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Υψηλότερος κίνδυνος αναμένεται για ζώα που πιθανόν βόσκουν σε τέτοιες περιοχές και για το λόγο αυτό προτείνεται να μην επιτρέπεται η βοσκή (όπως επίσης και άλλες καλλιέργειες) σε χωράφια για κάποιο διάστημα (3-6 μήνες) μετά από εδαφική διάθεση κατσίγαρου.

Ωστόσο, μεγαλύτερος κίνδυνος ρύπανσης τόσο των νερών όσο και των εδαφών, αναμένεται εάν η διάθεση των αποβλήτων λαμβάνει χώρα σε περιοχές με αμμώδη εδάφη, οι οποίες βρίσκονται κοντά σε θάλασσα ή άλλους υδατικούς αποδέκτες και όταν ο υδροφόρος ορίζοντας βρίσκεται σε μικρό βάθος.

 

Επεξεργασία Αποβλήτων

Για την προ-επεξεργασία των υγρών αποβλήτων ελαιοτριβείων στα πλαίσια του συγκεκριμένου έργου LIFE εφαρμόζονται τεχνικές που χρησιμοποιούν ενεργά υλικά χαμηλού κόστους τα οποία βρίσκονται σε αφθονία στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στόχος της προ-επεξεργασίας είναι η απομάκρυνση σημαντικού μέρους του ρυπαντικού φορτίου πριν τη διάθεσή τους σε εξατμισοδεξαμενές, η διευκόλυνση της κύριας επεξεργασίας αν αυτό αποφασιστεί (κυρίως σε ευρύτερη κλίμακα και όχι σε κλίμακα ελαιοτριβείου) και η αποτροπή μετανάστευσης εκχυλισμάτων που περιέχουν τοξικά συστατικά από τις εξατμισοδεξαμενές στα εδάφη και στη συνέχεια στα νερά (υπόγεια και επιφανειακά).

Συνοπτικά, η προ-επεξεργασία του κατσίγαρου περιλαμβάνει διάφορα στάδια, όπως φυγοκέντρηση και προσθήκη πριονιδιού για την απομάκρυνση μεγάλου ποσοστού της ελαιώδους φάσης, προσθήκη κροκιδωτικών (ενώσεων που συμβάλλουν στην απομάκρυνση στερεών από διαλύματα) και διαφόρων άλλων αντιδραστηρίων όπως επίσης και διήθηση μέσα από στρώμα οργανικού υλικού (π.χ κοπριά) για τη ρύθμιση του pH, την απομάκρυνση των στερεών, σημαντικού μέρους του οργανικού φορτίου και τον αποχρωματισμό. Οι διαδικασίες αυτές βελτιώνουν επίσης σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα του κατσίγαρου σε περίπτωση που αποφασιστεί διάθεσή του σε εδάφη. Για την αποφυγή μετανάστευσης εκχυλισμάτων από τις εξατμισοδεξαμενές δοκιμάστηκαν διάφορα φθηνά υλικά ως υπόστρωμα όπως εδαφικά υλικά με υψηλή περιεκτικότητα αργίλων, κοπριά κ.α.

Το Πολυτεχνείο Κρήτης ασχολείται αποκλειστικά με την μελέτη τεχνικών χαμηλού κόστους οι οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν σε κλίμακα ελαιοτριβείου, καθώς, όπως είναι γνωστό, όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στις περισσότερες ελαιοπαραγωγές χώρες της Μεσογείου, τα ελαιοτριβεία είναι μικρές κυρίως οικογενειακές επιχειρήσεις οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά.

Από τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα εκτιμάται ότι με πολύ χαμηλό κόστος μπορεί η ποιότητα των υγρών αποβλήτων να βελτιωθεί σημαντικά ώστε οι πιθανοί κίνδυνοι για τα εδάφη και τα νερά να ελαχιστοποιηθούν.

 

Αποκατάσταση-Βελτίωση Ποιότητας Εδάφους

Οι μέθοδοι αποκατάστασης του εδάφους, οι οποίες έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται σε πιλοτικό χωράφι όπου πραγματοποιείται διάθεση αποβλήτων τοπικού ελαιοτριβείου μέσα σε δεξαμενή αλλά και επιφανειακά στο έδαφος, φαίνεται από τις πρώτες μετρήσεις ότι συνεισφέρουν θετικά στη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους.

Συγκεκριμένα, σε έκταση η οποία επηρεάζεται από επιφανειακή διάθεση αποβλήτων εφαρμόστηκαν δύο απλές και οικονομικές μέθοδοι βελτίωσης του υποβαθμισμένου εδάφους :

  1. Η τεχνική της Βιοαποκατάστασης με τη συνδρομή των Ισπανών εταίρων του έργου, και
  2. Η προσθήκη στο έδαφος φυσικού ζεόλιθου, δράση την οποία έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Εδαφολογίας Αθηνών

 

Βιο-αποκατάσταση

Η μέθοδος αυτή προβλέπει τη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους με δράση μικροοργανισμών, οι οποίοι είτε υπάρχουν φυσικά στο επιβαρυμένο έδαφος, είτε προστίθενται τεχνικά. Με την παροχή στους μικροοργανισμούς των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, αέρα και υγρασίας για να αναπτυχθούν, επιταχύνεται η δραστηριότητά τους στο έδαφος με αποτέλεσμα να διασπούν τους οργανικούς ρύπους (τις πολυφαινόλες στην περίπτωση των αποβλήτων ελαιοτριβείων) και να καθαρίζουν το έδαφος. Στην περίπτωση των αποβλήτων των ελαιοτριβείων, επειδή η διάθεση τους στο έδαφος προκαλεί μεγάλη αύξηση της Οργανικής Ουσίας, του Αζώτου, του Καλίου και άλλων μικρο- και μάκρο-στοιχείων, οι μικροοργανισμοί βρίσκουν διαθέσιμη τροφή για να αναπτυχθούν, και επομένως η μόνη παροχή που προβλέπεται είναι αυτή της υγρασίας (με πότισμα εφόσον το ύψος βροχής δεν είναι ικανό να τους παρέχει το απαιτούμενο νερό) και του αερισμού. Ο αερισμός επιτυγχάνεται με ανακάτεμα του εδάφους σε βάθος μέχρι περίπου 25 εκ. κάθε 15-20 μέρες.

Αν και η μέθοδος εφαρμόζεται για σχετικά μικρό διάστημα (4 μήνες), τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και δείχνουν σταδιακή βελτίωση της ποιότητας του εδάφους.

Περισσότερα για τη μέθοδο της Βιο-αποκατάστασης εδαφών

 

Προσθήκη φυσικού ζεόλιθου

Ο φυσικός ζεόλιθος, κλινοπτιλόλιθος είναι ένα ορυκτό, κοιτάσματα του οποίου υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου καθώς και στην Ελλάδα (Μεταξάδες Βορείου Ελλάδος). Το ορυκτό, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, έχει δοκιμαστεί και εφαρμοστεί σε πλήθος περιβαλλοντικών εφαρμογών. Μία από αυτές είναι και η προσθήκη του στο έδαφος για αύξηση της γονιμότητας, δέσμευση βαρέων μετάλλων και άλλων επιβλαβών ουσιών, βελτίωση του αερισμού, κ.α. Στο έργο PROSODOL ο κλινοπτιλόλιθος προστέθηκε σε εδάφη ιδιαίτερα επιβαρυμένα σε αναλογίες 5% και 10% και διαπιστώθηκε ότι η παρουσία του αύξησε την κατακράτηση Καλίου, Μαγνησίου και μετάλλων με αποτέλεσμα την ελάττωση της διαφυγής προς το υπέδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα, ενώ μείωσε και τη συγκέντρωση των πολυφαινολικών ενώσεων. Η εφαρμογή του στο έδαφος είναι ιδιαίτερα οικονομική, εύκολη και γρήγορη, καθώς το μόνο που απαιτείται είναι στρώσιμο του υλικού επιφανειακά και ανακάτεμα του εδάφους σε βάθος μέχρι 25 εκ.

Θα πρέπει, πάντως να επισημανθεί, ότι η μέθοδος βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της μελέτης, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί και να παραδοθούν αξιολογημένα αποτελέσματα καθώς και οδηγός εφαρμογής τον Ιούνιο του 2012.

 

Εργαλεία Παρακολούθησης Ποιότητας Εδάφους-Εφαρμογή από Δήμους και άλλους φορείς ή ιδιώτες

Η στατιστική επεξεργασία και η μελέτη των φυσικοχημικών αναλύσεων των περισσοτέρων των 500 εδαφικών δειγμάτων που συλλέχθηκαν από την πιλοτική περιοχή μελέτης οδήγησε στον προσδιορισμό μίας σειράς εδαφικών παραμέτρων οι οποίες φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά από τη διάθεση αποβλήτων ελαιοτριβείων και συνεπώς αντιπροσωπεύουν δραστηριότητα διάθεσης αποβλήτων. Οι παράμετροι αυτές, με εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων, επιλέχθηκαν ως παράμετροι-δείκτες για την παρακολούθηση της υποβάθμισης της ποιότητας του εδάφους εξαιτίας της διάθεσης αποβλήτων ελαιοτριβείων. Οι παράμετροι αυτές είναι : Ηλεκτρική Αγωγιμότητα, Οργανική Ουσία, Ολικό Άζωτο, Ολικές Πολυφαινόλες, Διαθέσιμος Φώσφορος, Ανταλλάξιμο Κάλιο, Διαθέσιμος Σίδηρος και pH.

Ο προσδιορισμός των Δεικτών Ποιότητας αυτών είναι ιδιαίτερα σημαντικός καθώς επιτρέπει ο έλεγχος της ποιότητας του εδάφους να γίνεται εύκολα και οικονομικά, προσδιορίζοντας μόνον μερικές από τις εδαφικές ιδιότητες, τόσο από τους ιδιοκτήτες των περιοχών διάθεσης, όσο και από φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προκειμένου η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των αναλύσεων αλλά και η παρακολούθηση να είναι συνεχείς, αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ) ένα εξαιρετικά χρήσιμο και φιλικό προς τον χρήστη πρόγραμμα (software). Το πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα εύκολο στη χρήση και δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενώ παρουσιάζει τα αποτελέσματα με γραφήματα και χρωματικούς κώδικες κάνοντας ιδιαίτερα εύκολο τον εντοπισμό ρύπανσης ή και κινδύνου ρύπανσης. Με τον τρόπο αυτό, οι ενδιαφερόμενοι φορείς (ιδιοκτήτες, τοπικές αρχές, υπηρεσίες περιβάλλοντος) θα είναι σε θέση, αναπτύσσοντας ένα περιοδικό πρόγραμμα δειγματοληψιών εδάφους, το οποίο δεν θα έχει ιδιαίτερο κόστος καθώς θα απαιτείται ο προσδιορισμός 8 μόνον παραμέτρων, να εντοπίσουν δραστηριότητα διάθεσης αποβλήτων αλλά και να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις. Το πρόγραμμα αυτό θα είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του έργου δωρεάν σε συντομο χρονικό διάστημα.

Εκτός από το παραπάνω πρόγραμμα, αναπτύχθηκε από το ΙΜΣ ένα ακόμα πρόγραμμα το οποίο απευθύνεται κυρίως σε επιστημονικούς φορείς διαχείρισης περιβάλλοντος, και επιτρέπει την παρακολούθηση με τη μορφή επιφανειών παρεμβολής (interpolation surfaces) της διασποράς των συγκεντρώσεων των εδαφικών παραμέτρων στις υπό μελέτη περιοχές διάθεσης αποβλήτων ή και σε άλλες περιοχές όπου εντοπίζεται παρόμοια δραστηριότητα σε συνάρτηση με το βάθος και το χρόνο δειγματοληψίας.